H Ελλάδα κόκκινο πανί για πράσινες επενδύσεις

Xώρα υψηλού κινδύνου για τις «πράσινες» επενδύσεις θεωρείται η Ελλάδα. Σε πρόσφατη μελέτη της η Deutsche Bank προειδοποιεί τους εγχώριους αλλά και τους ξένους υποψήφιους επενδυτές ότι η χώρα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις λιγότερο ελκυστικές του κόσμου.
Μάλιστα, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στη ζώνη υψηλής επικινδυνότητας της Ευρώπης. Βρίσκεται, δηλαδή, στην ίδια μοίρα με την Ιταλία, όπου η μαφία λυμαίνεται τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και τη Μάλτα ή τη Σλοβακία, οι οποίες σύμφωνα με την Deutsche Bank, δεν έχουν προσελκύσει ούτε ένα ευρώ σε «πράσινες» επενδύσεις από τις αρχές της δεκαετίας.
Οι παράγοντες
Η γραφειοκρατία, η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οι αντιδράσεις των κατά τόπους τοπικών κοινωνιών θεωρούνται οι βασικοί παράγοντες για τους οποίους η χώρα έχασε έως σήμερα το τρένο της πράσινης ανάπτυξης.
Με την αποκάλυψη της άσχημης δημοσιονομικής κατάστασης να καθιστά την περικοπή των κρατικών δαπανών αναπόφευκτη, η Deutsche Bank εκτιμά ότι οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τίθενται εν αμφιβόλω.
«Αυτό που θέλουν οι επενδυτές προκειμένου να κινητοποιήσουν κεφάλαια είναι διαφάνεια, μακροβιότητα και βεβαιότητα στο καθεστώς των πολιτικών», εξηγεί ο Kevin Parker, του τμήματος διαχείρισης κεφαλαίων της Deutsche Bank. Κάτι που προφανώς η Ελλάδα δεν προσφέρει.
Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο του στόχου του Πρωτοκόλλου του Κιότο για μείωση των συνολικών εκπομπών ρύπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 κατά 8%, η Ελλάδα έχει αναλάβει την υποχρέωση να συγκρατήσει την αύξηση των δικών της εκπομπών έως το 2012 σε επίπεδα κατά 25% υψηλότερα από εκείνα του 1990. Παράλληλα, σε συμμόρφωση με τις σχετικές κοινοτικές οδηγίες, στοχεύει να αυξήσει το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στο 18% έως το 2020. «Παρά τα ισχυρά κίνητρα και την αφθονία ανανεώσιμων πηγών, η εγκατεστημένη ισχύς της ‘πράσινης’ ενέργειας στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή», διαπιστώνουν οι αναλυτές της Deutsche Bank.
Παραδέχονται, βέβαια, ότι το σύστημα χρηματοδότησης που έχει θεσπιστεί για τις επενδύσεις στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι ελκυστικό. Οι αναλυτές κάνουν ειδική αναφορά στο πρόγραμμα για τα μικρά φωτοβολταϊκά projects, που δίνει 0,55 ευρώ ανά κιλοβατώρα παραγόμενης ενέργειας, καθώς και στη φοροαπαλλαγή του 20% που προβλέπεται για το κόστος απόκτησης οικιακών συσκευών και συστημάτων που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά κίνητρα, λοιπόν, η Deutsche Bank χαρακτηρίζει τις «πράσινες» επενδύσεις στην Ελλάδα μεσαίου ρίσκου. Ο υψηλός βαθμός επικινδυνότητας, όμως, εντοπίζεται σε όλα τα υπόλοιπα κριτήρια της έρευνας. «Οι επενδύσεις μέσω του ΕΠΑΝ εμφανίζουν καθυστερήσεις, λόγω του περίπλοκου νομικού πλαισίου, των πιέσεων στον προϋπολογισμό και της αργοπορίας στα έργα υποδομών», επισημαίνεται. Σύμφωνα με τα όσα διαπίστωσε η Deutsche Bank, η κρατική χρηματοδότηση των projects δεν είναι διαθέσιμη.
Επιπλέον, εντοπίζονται σοβαρές αδυναμίες σε ό,τι αφορά τα θέματα αρμοδιότητας, αφού οι σχετικές προβλέψεις είναι ασαφείς. Προβληματική θεωρείται η διαδικασία της εφαρμογής των «πράσινων» πολιτικών, κυρίως εξαιτίας της απουσίας κυρώσεων στην περίπτωση της μη συμμόρφωσης, ενώ οι μηχανισμοί παρακολούθησης της πορείας των έργων χαρακτηρίζονται φτωχοί. Συνολικά, η Deutsche Bank τονίζει πως το σχέδιο για την επίτευξη των στόχων της χώρας δεν είναι ρεαλιστικό, ειδικά εάν λάβει κανείς υπόψη του την κακή προϊστορία της Ελλάδας στην παρέκκλιση από τους στόχους της.
Έτσι, οι αναλυτές της Deutsche Bank χρησιμοποιούν ένα απόσπασμα από πρόσφατο δημοσίευμα της Boston Globe για να αποτυπώσουν τις χαμένες ευκαιρίες της χώρας στον τομέα της πράσινης ανάπτυξης. «Η γραφειοκρατία, η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οι τοπικές αντιδράσεις περιορίζουν την ανάπτυξη της κατά τα άλλα υποσχόμενης αγοράς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ελλάδα, μια χώρα προικισμένη με άφθονη ηλιοφάνεια και αέρα. Αυτό κάνει την Ελλάδα να μένει πολύ πίσω έναντι των Ευρωπαίων που ηγούνται του χώρου, όπως είναι η κατά πολύ φτωχότερη σε ήλιο Γερμανία».
Μάλιστα, η Deutsche Bank κρίνει σκόπιμο να ενημερώσει τους ξένους υποψήφιους επενδυτές για την άσχημη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, υπονοώντας ότι αυτή θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη στρατηγική του τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Πάντως, από τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι αναλυτές προκύπτει ότι η Ελλάδα έχει προσελκύσει από τις αρχές της δεκαετίας 1,24 δισ. δολάρια για επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Πέρυσι, οι ροές κεφαλαίων προς την καθαρή ενέργεια υπολογίζεται ότι άγγιξαν τα 73 εκατ. δολάρια. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η ελληνική αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κρίνεται ως ανάλογου μεγέθους με αυτές της Ολλανδίας ή της Πολωνίας.
Για λόγους σύγκρισης, πάντως, σημειώνεται ότι η Ισπανία, που αποτελεί την ηγέτιδα δύναμη στο χώρο της «πράσινης» ενέργειας, προσέλκυσε από το 2000 έως και πέρυσι περισσότερα από 43 δισ. δολάρια σε επενδύσεις. Η μελέτη της Deutsche Bank καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ακόμη και αν οι κυβερνήσεις του πλανήτη υλοποιήσουν το σύνολο των πολιτικών που έχουν εξαγγείλει, τα αποτελέσματα δεν θα είναι επαρκή για να αποφευχθεί η κλιματική αλλαγή. Ακόμα και στο θετικότερο δυνατό σενάριο, οι εκπομπές ρύπων θα είναι το 2020 υψηλότερες από αυτές που απαιτούνται για να περιορισθεί η άνοδος της θερμοκρασίας της γης στους 2 βαθμούς Κελσίου.
isotimia.gr
Eπικοινωνία:
e-greeksolar Ε.Π.Ε - Φωτοβολταϊκά Πάρκα - Στοά Παπαθεοφίλου - 61100 Kιλκίς ΔΟΥ Κιλκίς - Α.Φ.Μ. 998560663 - Κιν:69 99 98 93 96
email:info@e-greeksolar.gr
e-swissolar GmbH- c/o Syntracta Management AG - Poststrasse 9 CH-6300 Zug – Tel. +41-(0) 43-2669194 - Fax. +41- (0) 43 540 0192
email:info@e-swissolar.ch

0 Comments:
Post a Comment
Subscribe to Post Comments [Atom]
<< Home